νωδογέρων

νωδογέρων
νωδο-γέρων, οντος, ὁ, ein zahnloser Greis

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νωδογέρων — νωδογέρων, οντος, ὁ (Α) γέροντας χωρίς δόντια, γεροφαφούτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < νωδός «φαφούτης» + γέρων] …   Dictionary of Greek

  • νωδογέρων — toothless old man masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέροντας — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 27 κάτ.) στην πρώην επαρχία Χαλκίδος του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται βόρεια της Ερέτριας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερετρίας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 450 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”